Η μοναδική ιστορία δυο γυναικών που έκαναν διάσημα τα κρητικά υφαντά

Δυο γυναίκες – μια πεθερά και μια νύφη – που αγαπήθηκαν όπως μάνα και κόρη, άλλαξαν του ρου της ιστορίας , για το κρητικό υφαντό. Το έκαναν γνωστό, διάσημο, περιζήτητο, αφού στόλισε από το παλάτι μέχρι τις οικίες των Βενιζέλων ενώ έχει ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου!

Έτσι λοιπόν θα ξεκινήσει και αυτή η ιστορία από την αρχή η κόρη της βραβευθείσας, Κλειώ Καστρινογιάννη Χελιδώνη που είναι πολύ περήφανη και ευγνώμων, για τη γιαγιά και για τη μητέρα της, αλλά και για τον πατέρα της, Αλέξανδρο, που τις στήριξε και έδωσε φτερά στις ιδέες τους.

Μια Σμυρνιά έκανε το κρητικό υφαντό πασίγνωστο και το «έβγαλε» από το σπίτι!

«Η γιαγιά μου η Σμυρνιά, έκανε το κρητικό υφαντό διάσημο, το έβγαλε από το σπίτι στις αρχές του 1930. Μια πνευματώδης γυναίκα, μορφωμένη, που πάντα άνοιγε τα χέρια της όταν με έβλεπε, με αγκάλιαζε σφικτά και μου φώναζε «καμάρι μου!»» Κάπως έτσι, σαν το μικρό παιδί, ξεκίνησε τη διήγησή της, η Κλειώ Καστρινογιάννη Χελιδώνη , για τη γιαγιά της Ελένη Νομικού και μετέπειτα Καστρινογιάννη, παντρεμένη με τον Ευθύμιο Καστρινογιάννη.

Η Ελένη και ο Ευθύμιος Καστρινογιάννης με τρία απο τα παιδιά τους, το Βασίλη, τον Αριστείδη και τον Κώστα

Γόνος πλούσιας οικογένειας, ήρθε στο Ηράκλειο πριν την καταστροφή. Η γιαγιά μορφώνεται, γίνεται δασκάλα αλλά ποτέ δεν ασκεί το επάγγελμα. Παντρεύεται, κάνει δέκα παιδιά και ψάχνει τρόπο να διοχετεύσει την ενέργεια της σε πράγματα «αλλόκοτα» για γυναίκες της εποχής. Την έτρωγε το σαράκι του «εμπορίου».

Υπήρχε και η απαγόρευση από το σύζυγο που δεν την άφηνε να ανοίξει τα φτερά της. Μόνο όταν μια συμφορά χτύπησε το σπίτι τους, με το χαμό ενός από των παιδιών τους, που σπούδαζε ιατρική στην Ιταλία και πέθανε από φυματίωση, έδωσε ο Ευθύμιος Καστρινογιάννης έγγραφη άδεια στη γυναίκα του. «Τέτοιος ήταν ο καημός και ο σπαραγμός της που ο παππούς ενέδωσε τελικά…» θα πει στο MadeinCreta η εγγονή της.

Και αυτή η μαυροφορημένη γυναίκα (ποτέ δεν έβγαλε ξανά τα μαύρα) που από τη θλίψη της έχασε μέχρι το ύψος της, με τα κατάλευκα μαλλιά πάντα πιασμένα κότσο αρχίζει σιγά να εμπορεύεται το κρητικό υφαντό.

Είναι κάπου στο 1934, και ήδη έχει κλείσει τα 50 της χρόνια.

Εξω απο το πρώτο υφαντήριο της Ελένης Καστρινογιάννη η οποία διακρίνεται στη μέση μαυροφορεμένη.

Θα βρει στην αρχή γυναίκες από τα Ανώγεια, θα αγοράσει αργαλειούς, θα κάνει υφαντήριο και θα αρχίσει σιγά σιγά να εμπορεύεται για πρώτη φορά το κρητικό υφαντό.Θα σύρει από τα μπαούλα της, μια εξαιρετική συλλογή παλαιών Κρητικών υφαντών και παλαιών κεντημάτων ποικίλλων και Βυζαντινών με σχέδια από παλαιά αρχιερατικά άμφια κεντημένα με βελόνα, τα οποία είχε κατά καιρούς συγκεντρώσει.Θα χρησιμεύουν ως πρότυπα όχι μόνο για τα υφαντά αλλά και για υπέροχα χειροποίητα κεντήματα με Βυζαντινή βελονιά, όπως π.χ. για τραπεζομάντηλα, πετσέτες, μαξιλάρια, κ.λ.π. πάνω σε μπόλια μεταξωτή.

Η ίδια μπορεί να μην ξέρει ούτε «την κλωστή από τη βελόνα να περάσει» ωστόσο είχε μυαλό και γούστο. Συντόνιζε τους πάντες και τα πάντα διάλεγε σχέδια και χρώματα.

Έχει μεγάλο κοινωνικό κύκλο και στενές σχέσεις με την οικογένεια των Βενιζέλων, τον Ελευθέριο και το Σοφοκλή.

Πολλά υφαντά της στολίζουν τα σπίτια τους, τα σπίτια της υψηλής κοινωνίας γενικότερα, φτάνουν στο παλάτι και στο στενό περιβάλλον του Πρίγκιπα Γεωργίου. Ενώ οι παραγγελίες για προίκες πέφτουν βροχή από την «αφρόκρεμα» της ελληνικής κοινωνίας και όχι μόνο.

Τα υφαντά Καστρινογιάννη ξεχωρίζουν ακόμα για τη φινέτσα τους και την ποιότητά τους.

Η «κυρία Ελένη», όπως την αποκαλούσαν στην εργασία, θα βοηθήσει, επίσης δίνοντας δουλειά σε δεκάδες πρόσφυγες από την Αλικαρνασσό που έφτασαν εδώ μετά την καταστροφή, ενώ θα εμπιστευτεί και τους εργάτες που είχε ο πατέρας της στη Σμύρνη , αλλά και τα παιδιά τους.

Πλέον όλη η οικογένεια ασχολείται με τα υφαντά. Ο πολυτιμότερος συνεργάτης όμως υπήρξε ο γιός της, Αλέξανδρος, ο οποίος ασχολήθηκε επιχειρηματικά με την εργασία αυτή.

Τα υφαντά Καστρινογιάννη αποκτούν … άλλη μια Ελένη!

Η Ελένη Αχαλινωτοπούλου,  είναι η γυναίκα που ερωτεύεται και παντρεύεται ο Αλέξανδρος Καστρινογιάννης και τη βάζει δίπλα στη μητέρα του.

Την έχει γνωρίσει από την αδερφή του Κλειώ. Η γνωριμία των δυο κοριτσιών έμελε να εξελιχθεί σε στενή φιλία, όταν και οι δύο τους φοιτούσαν στο εξατάξιο Γυμνάσιο Θηλέων Ηρακλείου μεταξύ του 1931 και του 1937, μια φιλία που διαρκεί έως σήμερα.

Η Ελένη Αχαλινωτοπούλου Καστρινογιάννη εμπνέεται νέα μοτίβα που δίνουν άλλη όψη στα κρητικά υφαντά

Η Ελένη Αχαλινωτοπούλου θα λάβει υποτροφία για να πάει και να σπουδάσει ζωγραφική και γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσοβίου Πολυτεχνείου, αλλά λόγω του Β΄ παγκοσμίου πολέμου που ξέσπασε εκείνα τα χρόνια δεν κατόρθωσε να πραγματοποιήσει το όνειρό της.

Κατά τη διάρκεια της μαθητείας της στο γυμνάσιο η Ελένη είχε την τύχη να διδαχθεί το μάθημα των τεχνικών από καθηγητές, οι οποίοι ήταν ζωγράφοι, όπως ο κύριος Ρωμάνος και η κυρία Μαρία Ζωγράφου.

Τότε ανακάλυψε την έφεση και την αγάπη που είχε για τα μαθήματα της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Μετά την αποφοίτησή της από το Γυμνάσιο Θηλέων ζήτησε την άδεια, την οποία και πήρε, από τον τότε έφορο αρχαιοτήτων, κ. Μαρινάτο, να της επιτραπεί να κάνει Μινωικά αντίγραφα όπως και αντίγραφα της Ελληνιστικής εποχής των εκθεμάτων του μουσείου.

Τότε της δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τη Μινωική τέχνη και με τη βοήθεια του τεχνικού του μουσείου, κυρίου Ζαχαρία Κανάκη, να εκτιμήσει το θαύμα που λέγεται Μινωικός πολιτισμός. Αργότερα, μετά το γάμο της αυτό τη βοήθησε στην επαγγελματική της καριέρα.

Αφού η Ελένη Αχαλινωτοπούλου μπήκε στην οικογένεια Καστρινογιάννη, μέσω του γάμου της, άρχισε σιγά-σιγά να ασχολείται με το καλλιτεχνικό κομμάτι της εργασίας και έτσι συνέχισε την οικογενειακή παράδοση βρίσκοντας διέξοδο στην καλλιτεχνική τάση, η οποία υπήρχε μέσα της έμφυτη.

Ο Αλέξανδρος Καστρινογιάννης

Ξεκίνησε λοιπόν μελετώντας τα παλαιά κεντήματα από την εξαιρετική συλλογή της πεθεράς της, Μινωικά σχέδια του μουσείου και άλλες πηγές όπως φυλλάδια, κ.λ.π. Από εκεί έπαιρνε ιδέες, τις οποίες μετά προσάρμοζε στις δυνατότητες της υφαντικής τέχνης. Αργότερα, άρχισε να παράγει και δικά της πρωτότυπα σχέδια, σχέδια με κίνηση και ελευθερία, τα οποία αρχικά, ζωγράφιζε σε ελεύθερο σχέδιο, και μετά τα έβαζε σε μιλιμετρέ χαρτί τροποποιώντας τα ανάλογα.Με τον τρόπο αυτό συνεισέφερε τα μέγιστα εις την περαιτέρω εξάπλωση των Κρητικών υφαντών, τα οποία εκτός από τα υπέροχα σχέδια και τους πολύ επιτυχημένους συνδυασμούς χρωμάτων είχαν και άριστη ποιότητα.Στην πορεία η εργασία στράφηκε και στα μηχανοποίητα υφαντά, διότι τα χειροποίητα λόγω του κόστους εργασίας είχαν γίνει ακριβότερα. Σ’ αυτό συνεισέφερε επίσης και η εισβολή των φθηνών ασιατικών προϊόντων. Τότε λοιπόν ο Αλέξανδρος Καστρινογιάννης με τη σύμπραξη πάντα της συζύγου του εξόπλισε την εργασία και με ηλεκτροκίνητους αργαλειούς, οι οποίοι εργαζόταν παράλληλα με τους χειροκίνητους και παρήγαν ποικιλία υφασμάτων και κεντημάτων, τα οποία ήταν όμοια σε εμφάνιση με αυτά των χειροκίνητων αργαλειών.

madeincreta.gr


Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *